clef
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]clef (en)
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| clef | clefs |
clef (fr) θηλυκό
clef (en)
| ενικός | πληθυντικός |
| clef | clefs |
clef (fr) θηλυκό