clef

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

clef (en)

  1. (μουσική) κλειδί



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ήχος 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
clef clefs

clef (fr) θηλυκό

  1. το κλειδί
  2. (μουσική) clef de sol / clef de fa: κλειδί του σολ / κλειδί του φα

Ταυτόσημο[επεξεργασία]