αντικλείδι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αντικλείδι αντικλείδια
γενική αντικλειδιού αντικλειδιών
αιτιατική αντικλείδι αντικλείδια
κλητική αντικλείδι αντικλείδια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αντικλείδι < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αντικλείδι ουδέτερο

  1. δεύτερο κλειδί που ανοίγει την ίδια πόρτα με ένα άλλο
    έβγαλε αντικλείδι από την πόρτα του σπιτιού μου και έτσι μπορεί να μπαίνει όποτε θέλει
  2. κλειδί που ανοίγει πολλές πόρτες, πασπαρτού

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]