μπουλονόκλειδο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

μπουλονόκλειδο < μπουλόνι + κλειδί

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μπουλονόκλειδο ουδέτερο

  1. (μηχανολογία): ειδικό μεταλλικό εργαλείο - κλειδί, που λειτουργεί ως μοχλός, προσθαφαίρεσης μπουλονιών και τασιών από τις ζάντες των οχημάτων.


Μεταφράσεις[επεξεργασία]