moot point

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: moot, point

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

moot point (en)

  1. ανοιχτό ζήτημα για συζήτηση
  2. θεωρητικολογία
  3. μη πρακτικό θέμα συζήτησης, ακαδημαϊκό ερώτημα χωρίς άμεση πρακτικότητα