ορίζοντας
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /oˈɾi.zon.das/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ο‐ρί‐ζο‐ντας
Ετυμολογία 1
[επεξεργασία]
- ορίζοντας < ουσιαστικοποιημένο αρσενικό της μετοχής ορίζων με νεότερη κατάληξη < αρχαία ελληνική ὁρίζων (κύκλος), μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ὁρίζω
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ορίζοντας αρσενικό
- η νοητή γραμμή που χωρίζει τον ουρανό από τη γη στο οπτικό πεδίο του παρατηρητή
- ※ Το θολό φινιστρίνι καδράριζε το γκρίζο περίγραμμα της στεριάς που ξεμύτιζε πέρα στον ορίζοντα με την μπλε λωρίδα να έρχεται και να φεύγει, μέχρι που το πελώριο κύμα θρυμμάτισε την εικόνα, την εξαφάνισε πίσω από το ανεμοβρόχι. (Μαίρη Βασάλου, Η πόρτα: μυθιστόρημα, εκδ. Καστανιώτη, 2001, σελ. 347)
- το οπτικό πεδίο του παρατηρητή
- (μεταφορικά) η πραγματικότητα γύρω μας σε μια δεδομένη στιγμή
Συγγενικά
[επεξεργασία]Πολυλεκτικοί όροι
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Ετυμολογία 2
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | ορίζων & ορίζοντας |
η | ορίζουσα | το | ορίζον |
| γενική | του | ορίζοντος & ορίζοντα |
της | ορίζουσας & οριζούσης* |
του | ορίζοντος |
| αιτιατική | τον | ορίζοντα | την | ορίζουσα | το | ορίζον |
| κλητική | ορίζων & ορίζοντα |
ορίζουσα | ορίζον | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | ορίζοντες | οι | ορίζουσες | τα | ορίζοντα |
| γενική | των | οριζόντων | των | οριζουσών | των | οριζόντων |
| αιτιατική | τους | ορίζοντες | τις | ορίζουσες | τα | ορίζοντα |
| κλητική | ορίζοντες | ορίζουσες | ορίζοντα | |||
| Ίδιες είναι οι αρχαίες καταλήξεις για τα τρία γένη: -ων, -ουσα, -ον Οι δεύτεροι τύποι του αρσενικού, νεότερες μορφές. * παλιότερος λόγιος τύπος | ||||||
| ομάδα 'τρέχων', Κατηγορία όπως «τρέχοντας» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
- ορίζοντας: ορίζων < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὁρίζων, μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ὁρίζω με νεότερη κατάληξη -οντας
Μετοχή
[επεξεργασία]ορίζοντας, -ουσα, -ον
- άλλη μορφή του ορίζων με νεότερες καταλήξεις: που ορίζει
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ορίζοντας
|
Ετυμολογία 3
[επεξεργασία]- ορίζοντας: η νεότερη άκλιτη μετοχή
Μετοχή
[επεξεργασία]ορίζοντας άκλιτο
- μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ορίζω
Κατηγορίες:
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'φύλακας' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Μετοχές ενεργητικού ενεστώτα (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Μετοχές που κλίνονται όπως η ομάδα 'τρέχων' (νέα ελληνικά)
- Μετοχές που κλίνονται όπως το 'τρέχοντας' (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Μετοχές (νέα ελληνικά)
- Μετοχές ενεργητικού ενεστώτα - άκλιτες (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)