πραγματικότητα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η πραγματικότητα οι πραγματικότητες
      γενική της πραγματικότητας των πραγματικοτήτων
    αιτιατική την πραγματικότητα τις πραγματικότητες
     κλητική πραγματικότητα πραγματικότητες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πραγματικότητα < πραγματικός + -ότητα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πραγματικότητα θηλυκό

  • η κατάσταση των πραγμάτων όπως αυτά υπάρχουν και όχι όπως τα φανταζόμαστε ή θα μπορούσαν να είναι

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]