πεδίο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πεδίο πεδία
γενική πεδίου πεδίων
αιτιατική πεδίο πεδία
κλητική πεδίο πεδία

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πεδίο < αρχαία ελληνική πεδίον < πέδον

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πεδίο ουδέτερο

  1. επίπεδη έκταση, πεδιάδα
  2. (κατ’ επέκταση) ο χώρος όπου συμβαίνει κάτι
    ένα ευρύ πεδίο δράσης
    το πεδίο της μάχης
  3. (φυσική) ο χώρος μέσα στον οποίο ασκούνται κάποιες δυνάμεις
    ηλεκτρομαγνητικό πεδίο
  4. (βάσεις δεδομένων) το καθένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα μιας εγγραφής
    καταγραφή των μαθητών ενός σχολείου με τρία βασικά πεδία: ονοματεπώνυμο, βαθμός προαγωγής, διαγωγή


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]