μύτη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μύτη μύτες
γενική μύτης (μυτών)
αιτιατική μύτη μύτες
κλητική μύτη μύτες
μύτη ανθρώπου (1)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μύτη < μεσαιωνική ελληνική μύτη < αρχαία ελληνική μύτις

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

μύτη θηλυκό

  1. όργανο που βρίσκεται στο πρόσωπο ανάμεσα στα χείλη και τα μάτια, προεξέχει από αυτό και έχει δύο εισόδους (τα ρουθούνια) που χρησιμεύουν στην αναπνοή και την όσφρηση
  2. το όργανο της όσφρησης στα θηλαστικά
  3. η ικανότητα της όσφρησης
  4. (μεταφορικά) η ικανότητα να αντιλαμβάνεσαι
    έχω μύτη εγώ, όλα τα καταλαβαίνω
  5. προεξοχή, κορυφή, αιχμή
  6. η άκρη, το μπροστινό μέρος
    περπατούσε στις μύτες των ποδιών (με τα ακροδάχτυλα)

Εκφράσεις[]

  • τον σέρνει από τη μύτη: τον ελέγχει απόλυτα, τον κάνει ό,τι θέλει
  • χώνω τη μύτη μου: ανακατεύομαι σε υποθέσεις που δεν με αφορούν
  • να μου τρυπήσεις τη μύτη: αυτό που λες δεν πρόκειται να γίνει

32πχ Μεταφράσεις[]