ρουθούνι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ρουθούνι ρουθούνια
γενική ρουθουνιού ρουθουνιών
αιτιατική ρουθούνι ρουθούνια
κλητική ρουθούνι ρουθούνια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ρουθούνι < μεσαιωνική ελληνική ρουθούνιν < από το αμαρτύρητο ῥωθώνιον (υποκοριστικό του μεταγενέστερου ῥώθων)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ρουθούνι ουδέτερο

  • η καθεμιά από τις δύο εισόδους για τον αέρα στη βάση της μύτης

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]