ρουθούνι
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | ρουθούνι | τα | ρουθούνια |
| γενική | του | ρουθουνιού | των | ρουθουνιών |
| αιτιατική | το | ρουθούνι | τα | ρουθούνια |
| κλητική | ρουθούνι | ρουθούνια | ||
| Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση. | ||||
| Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||

Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ρουθούνι < μεσαιωνική ελληνική ρουθούνιν / ῥουθούνιον < ῥωθώνιον[1] < αρχαία ελληνική ῥώθων
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ρουθούνι ουδέτερο
- (ανατομία) η καθεμιά από τις δύο εισόδους για τον αέρα στη βάση της μύτης
- ※ Ἀνάμεσα στά δυό ἡμικυκλικά φρύδια ἀρχίζει τό ἔντονο ρινικό ὀστοῦν πού καταλήγει σέ δυό μεγάλα ρουθούνια. Μιά ὁριζόντια γραμμή χωρίζει τά ρουθούνια ἀπό τό ρινικόν ὀστοῦν. Τά αὐτιά ἀποδίδονται μέ δυό μικρά τόξα κάτω ἀπό τά κέρατα (Πάντος Α. Πάντος, Τα σφραγίσματα της Αιτωλικής Καλλιπόλεως, Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, 1985)
Συγγενικά
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
ρουθούνι στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ρουθούνι
|
- ↑ ρουθούνι - LBG - Trapp, Erich, et al. (1994–2007) Lexikon zur byzantinischen Gräzität besonders des 9.-12. Jahrhunderts [Λεξικό της Βυζαντινής Ελληνικής, ιδίως για τον 9ο-12ο αιώνα], Verlag der Österreichischen Akademie der Wissenschaften (Έκδοση της Αυστριακής Ακαδημίας Επιστημών)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'τραγούδι' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ανατομία (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
- Ανθρώπινο σώμα (ελληνικά)