ανακατεύομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανακατεύομαι < παθητική φωνή του ρήματος ανακατεύω

Ρήμα[επεξεργασία]

ανακατεύομαι, παθητική μετοχή ανακατεμένος

  1. χάνομαι μέσα στο πλήθος
  2. ασχολούμαι με κάτι
    τώρα τελευταία ανακατεύεται με τα πολιτικά
  3. επεμβαίνω σε υποθέσεις που δεν με αφορούν
    γιατί ανακατεύεσαι στα προσωπικά μου;
  4. νιώθω αναγούλα, ένα δυσάρεστο αίσθημα στο στομάχι σαν να μου έρχεται εμετός

Μεταφράσεις[επεξεργασία]