ανακατεύομαι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανακατεύομαι < παθητική φωνή του ρήματος ανακατεύω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ανακατεύομαι, παθητική μετοχή ανακατεμένος

  1. χάνομαι μέσα στο πλήθος
  2. ασχολούμαι με κάτι
    τώρα τελευταία ανακατεύεται με τα πολιτικά
  3. επεμβαίνω σε υποθέσεις που δεν με αφορούν
    γιατί ανακατεύεσαι στα προσωπικά μου;
  4. νιώθω αναγούλα, ένα δυσάρεστο αίσθημα στο στομάχι σαν να μου έρχεται εμετός

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]