εμετός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εμετός εμετοί
γενική εμετού εμετών
αιτιατική εμετό εμετούς
κλητική εμετέ εμετοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εμετός < ελληνιστική κοινή ἐμετός < αρχαία ελληνική ἔμετος < ἐμῶ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εμετός αρσενικό

  1. ακούσια (ή ενίοτε εκούσια) εκβολή από το στόμα περιεχομένου που υπάρχει στο στομάχι
    συνώνυμα: έμεση, ξερνοβόλημα
  2. το περιεχόμενο που βγαίνει από την ως άνω εκβολή
    συνώνυμα: έμεσμα, ξέρασμα, ξερατό
  3. (μεταφορικά) κάτι το αηδιαστικό και σιχαμερό

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]





Attention Sign.svg Προσοχή![επεξεργασία]

ΟΧΙ ιμερτός


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]