εμετός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εμετός εμετοί
γενική εμετού εμετών
αιτιατική εμετό εμετούς
κλητική εμετέ εμετοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εμετός < ελληνιστική κοινή ἐμετός < αρχαία ελληνική ἔμετος < ἐμῶ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εμετός αρσενικό

  1. ακούσια (ή ενίοτε εκούσια) εκβολή από το στόμα περιεχομένου που υπάρχει στο στομάχι
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: έμεση, ξερνοβόλημα
  2. το περιεχόμενο που βγαίνει από την ως άνω εκβολή
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: έμεσμα, ξέρασμα, ξερατό
  3. (μεταφορικά) κάτι το αηδιαστικό και σιχαμερό

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]