Μετάβαση στο περιεχόμενο

περιεχόμενο

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το περιεχόμενο τα περιεχόμενα
      γενική του περιεχομένου
& περιεχόμενου
των περιεχομένων
    αιτιατική το περιεχόμενο τα περιεχόμενα
     κλητική περιεχόμενο περιεχόμενα
Κατηγορία όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
περιεχόμενο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο της παθητικής μετοχής περιεχόμενος του ρήματος περιέχω

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

περιεχόμενο ουδέτερο

  1. αυτό που βρίσκεται εντός ενός δοχείου, ενός κουτιού, μία συσκευασίας κ.λπ.
    ※  Χτύπησε καλά το σέικερ στο ρυθμό μιας ακόμη φάνκι διασκευής του «Seven Nation Army», περιέχυσε το περιεχόμενο στο ποτήρι... (Σπύρος Γιαννακόπουλος, Κοσμοναύτης, εκδόσεις Πατάκη, 2023)
  2. (γλώσσα) οι πληροφορίες ή οι ιδέες που περιέχονται σε ένα γραπτό ή προφορικό κείμενο (σε αντιπαραβολή με τη μορφή)
  3. (στον πληθυντικό) περιεχόμενα: ο κατάλογος των κεφαλαίων και των ενοτήτων ενός βιβλίου.

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]