nos

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Βοσνιακά (bs) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

nos (bs)



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Αντωνυμία[επεξεργασία]

nos (fr)

  • κτητική αντωνυμία, χρησιμοποιείται όταν υπάρχουν πολλά υποκείμενα και πολλά αντικείμενα: μας



Ισπανικά (es) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή αντωνυμίας[επεξεργασία]

nos (es)

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

προσωπικές αντωνυμίες στα ισπανικά
αριθμός πρόσωπο γένος ονομαστική αιτιατική δοτική αυτοπαθής τονιζόμενη
ενικός 1ο yo me
2ο te ti
3ο αρσενικό él lo le se él
θηλυκό ella la ella
πληθυντικός 1ο αρσενικό nosotros nos nosotros
θηλυκό nosotras nosotras
2ο αρσενικό vosotros os vosotros
θηλυκό vosotras vosotras
3ο αρσενικό ellos los les se ellos
θηλυκό ellas las ellas



Κροατικά (hr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

nos (hr) αρσενικό

  1. η μύτη



Λατινικά (la) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή αντωνυμίας[επεξεργασία]

nos

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Προσωπική Αντωνυμία
ενικός
πτώση α' πρόσωπο β' πρόσωπο γ' πρόσωπο
ονομαστική ego tu -
γενική mei tui sui
δοτική mihi tibi sibi
αιτιατική me te se
κλητική - - -
αφαιρετική (a) me (a) te (a) se
πτώση πληθυντικός
ονομαστική nos vos -
γενική nostri & nostrum vestri & vestrum sui
δοτική nobis vobis sibi
αιτιατική nos vos se
κλητική - - -
αφαιρετική (a) nobis (a) vobis (a) se



Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /nɔs/
nos 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

nos (pl) αρσενικό

  1. η μύτη
    (ανατομία) το όργανο της αναπνοής και της όσφρησης
    το μπροστινό τμήμα του παπουτσιού
    το ρύγχος του αεροπλάνου

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]



Σερβικά (sr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

nos (sr)

  • λατινική γραφή του нос



Σλοβακικά (sk) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

nos (sk) αρσενικό

  1. η μύτη



Τσεχικά (cs) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /nɔs/
nos 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

nos (cs) αρσενικό

  1. η μύτη