los

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Μόριο[επεξεργασία]

los (de) Χρησιμοποιείται σε εκφράσεις που σημαίνουν ένα ξεκίνημα.

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • ein, zwei, drei, los! - ένα, δύο, τρία, μαρς
  • es geht los - άντε, φύγαμε!
  • was ist los? - τι συμβαίνει;



Ισπανικά (es) [επεξεργασία]

Άρθρο[επεξεργασία]

los (es)

Κλίση[επεξεργασία]

προσωπικές αντωνυμίες στα ισπανικά
αριθμός πρόσωπο γένος ονομαστική αιτιατική δοτική αυτοπαθής τονιζόμενη
ενικός 1ο yo me
2ο te ti
3ο αρσενικό él lo le se él
θηλυκό ella la ella
πληθυντικός 1ο αρσενικό nosotros nos nosotros
θηλυκό nosotras nosotras
2ο αρσενικό vosotros os vosotros
θηλυκό vosotras vosotras
3ο αρσενικό ellos los les se ellos
θηλυκό ellas las ellas