φαρμακομύτης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική φαρμακομύτης φαρμακομύτα φαρμακομύτικο
γενική φαρμακομύτη φαρμακομύτας φαρμακομύτικου
αιτιατική φαρμακομύτη φαρμακομύτα φαρμακομύτικο
κλητική φαρμακομύτη φαρμακομύτα φαρμακομύτικο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική φαρμακομύτηδες φαρμακομύτες φαρμακομύτικα
γενική φαρμακομύτηδων φαρμακομύτικων
αιτιατική φαρμακομύτηδες φαρμακομύτες φαρμακομύτικα
κλητική φαρμακομύτηδες φαρμακομύτες φαρμακομύτικα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φαρμακομύτης < φαρμάκι και μύτη

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

φαρμακομύτης, -α, -ικο

  1. κακεντρεχής, που φθονεί, που έχει τόσο φαρμάκι μέσα του, ώστε αυτό στάζει ακόμα κι από τη μύτη του
    πολύ ταιριαστό ζευγάρι: αυτός είναι φαρμακομύτης κι η γυναίκα του φαρμακόγλωσσα

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]