φαρμάκι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φαρμάκι φαρμάκια
γενική φαρμακιού φαρμακιών
αιτιατική φαρμάκι φαρμάκια
κλητική φαρμάκι φαρμάκια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φαρμάκι < μεσαιωνική ελληνική φαρμάκιν < φαρμάκιον < υποκοριστικό της αρχαίας λεξης φάρμακον

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φαρμάκι ουδέτερο

  1. το δηλητήριο
  2. χαρακτηρισμός για κάτι πολύ πικρό στη γεύση
    φαρμάκι τον έκανες τον καφέ
  3. (μεταφορικά) η πικρή κουβέντα, η ενέργεια που πληγώνει βαθιά
    φαρμάκι τα λόγια σου
    με αυτά που έκανες, με πότισες φαρμάκι


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]