μυτερός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική μυτερός μυτερή μυτερό
γενική μυτερού μυτερής μυτερού
αιτιατική μυτερό μυτερή μυτερό
κλητική μυτερέ μυτερή μυτερό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μυτεροί μυτερές μυτερά
γενική μυτερών μυτερών μυτερών
αιτιατική μυτερούς μυτερές μυτερά
κλητική μυτεροί μυτερές μυτερά


Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /mi.tɛ.ˈɾɔs/

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μυτερός < μύτη

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

μυτερός, , -ο

  1. που έχει οξύ άκρο, απόληξη ή μύτη
    Τα μυτερά αντικείμενα είναι επικίνδυνα για τα μικρά παιδιά.
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: οξύς, αιχμηρός, σουβλερός

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]