ακρωτήριο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ακρωτήριο τα ακρωτήρια
      γενική του ακρωτηρίου των ακρωτηρίων
    αιτιατική το ακρωτήριο τα ακρωτήρια
     κλητική ακρωτήριο ακρωτήρια
όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακρωτήριο < αρχαία ελληνική ἀκρωτήριον

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.kɾɔ.ˈti.ɾi.ɔ/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ακρωτήριο ουδέτερο

  1. (γεωγραφία) τμήμα της ξηράς που εισέρχεται βαθιά στη θάλασσα (και ακρωτήρι)
  2. (αρχιτεκτονική) κεραμικό ή μαρμάρινο διακοσμητικό στοιχείο της στέγης, κυρίως του αετώματος

Μεταφράσεις[επεξεργασία]