ἄκρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἄκρος < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ἄκρος, -α, -ον

  1. άκρος, που βρίσκεται στην άκρη, στο υψηλότερο ή το ακραίο ή το τελευταίο τοπικά τμήμα ενός συνόλου
    νηὸν Ἀθηναίης γλαυκώπιδος ἐν πόλει ἄκρῃ (Ιλιάδα Ζ 88) - στην ακρόπολη
    ἀκροτάτῃ κορυφῇ πολυδειράδος Οὐλύμποιο (Ιλιάδα Α 499)
    ἄκρῳ Ὀλύμπῳ ὑπὸ χρυσέοισι νέφεσσιν ἧστο (Ιλιάδα Ν 523)
  2. (χρονικά) στην αρχή ή στο τέλος μιας χρονικής περιόδου ή στην κορύφωσή της
    ἄκρου τοῦ ἔαρος (στην αρχή της άνοιξης)
    ἄκρᾳ σὺν ἑσπέρᾳ (με το που έπεφτε η νύχτα)
    ἄκρου τοῦ θέρεος (το κατακαλόκαιρο)
  3. (για πρόσωπα ή πράγματα) εξέχων, εξαιρετικός σε έναν τομέα, πολύ μεγάλος
    καὶ τῶν ποιητῶν οἱ ἄκροι τῆς ποιήσεως ἑκατέρας, κωμῳδίας μὲν Ἐπίχαρμος, τραγῳδίας δὲ Ὅμηρος (Πλάτωνος, Θεαίτητος, 152d