αέτωμα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αέτωμα αετώματα
γενική αετώματος αετωμάτων
αιτιατική αέτωμα αετώματα
κλητική αέτωμα αετώματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αέτωμα < αρχαία ελληνική ἀέτωμα < ἀετός
το αέτωμα της Ακαδημίας Αθηνών

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αέτωμα ουδέτερο

  • ο τριγωνικός χώρος που σχηματίζεται πάνω από το επιστύλιο και κάτω από τη στέγη, στην εμπρόθια και οπίσθια όψη των κλασικών κτηρίων και διακοσμείται με γλυπτές συνθέσεις

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]