Μετάβαση στο περιεχόμενο

κόμμα

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Κόμμα, κώμα, κῶμα

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κόμμα τα κόμματα
      γενική του κόμματος των κομμάτων
    αιτιατική το κόμμα τα κόμματα
     κλητική κόμμα κόμματα
Κατηγορία όπως «κύμα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κόμμα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή κόμμα (κομμένο κομμάτι) < αρχαία ελληνική κόμμα (σφραγίδα σε νόμισμα)[1] < κόπτω, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική parti

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈko.ma/
τυπογραφικός συλλαβισμός: κόμμα
ομόηχο: κώμα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κόμμα ουδέτερο

  1. (πολιτική) συγκροτημένος πολιτικός οργανισμός που, προβάλλοντας την ιδεολογία και τις θέσεις του, διεκδικεί συμμετοχή στους πολιτικούς θεσμούς ενός κράτους, ή ενός διακρατικού συστήματος (όπως λ.χ. η Ευρωπαϊκή Ένωση), όπου λειτουργούν ιδεολογικά συγγενή εθνικά κόμματα
      αποχώρησε από το κόμμα, καταγγέλοντας, με σχετική δήλωσή του, τον εκ Κρήτης πολιτικό για τη δημιουργία τεχνητής κρίσης ηγεσίας, προκειμένου να αποσιωπήσει τα μεγάλα προβλήματα της παράταξης και να μετατρέψει ένα κόμμα αρχών σε προσωποπαγές κόμμα. (Ιωάννης Βαρβιτσιώτης, Όπως τα έζησα (1981-1993), εκδ. Πατάκη, 2018)
  2. σημείο στίξης το οποίο χωρίζει προτάσεις, όρους προτάσεων, φράσεις κτλ.
    σύμβολο:   ,
    Δείτε τους κανόνες για το κόμμα στο Παράρτημα:Γραμματική
     συνώνυμα: υποστιγμή
  3. (μαθηματικά) η υποδιαστολή

Εκφράσεις

[επεξεργασία]
  • κάνω κόμμα (με κάποιον): συνεργάζομαι (με κάποιον), συνήθως εναντίον κάποιου άλλου
    παράδειγμα  έκαναν κι οι δυό τους κόμμα εναντίον μου

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ κόμμᾰ τὰ κόμμᾰτ
      γενική τοῦ κόμμᾰτος τῶν κομμᾰ́των
      δοτική τῷ κόμμᾰτ τοῖς κόμμᾰσῐ(ν)
    αιτιατική τὸ κόμμᾰ τὰ κόμμᾰτ
     κλητική ! κόμμᾰ κόμμᾰτ
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  κόμμᾰτε
γεν-δοτ τοῖν  κομμᾰ́τοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'κτῆμα' όπως «κτῆμα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κόμμα < από το ρήμα κόπτω, θέμα κοπ- + -μα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κόμμα, -ατος ουδέτερο

  1. το κομμάτι που αποχωρίζεται από ένα σύνολο
  2. σφραγίδα ή αποτύπωμα νομίσματος
      5ος/4ος πκε αιώνας Ἀριστοφάνης, Βάτραχοι, στίχ. 726
    ἀλλὰ τούτοις τοῖς πονηροῖς χαλκίοις // χθές τε καὶ πρώην κοπεῖσι τῷ κακίστῳ κόμματι.
  3. νόμισμα
      5ος/4ος πκε αιώνας Ἀριστοφάνης, Βάτραχοι, στίχ. 890
    ἴδιοί τινές σοι, κόμμα καινόν;
  4. το άχυρο που απομένει όταν αλωνιστεί το σιτάρι
  5. μωλώπισμα
  6. (ελληνιστική κοινή, γραμματική) μικρό μέρος περιόδου του προφορικού ή γραπτού λόγου, κώλο

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]