κόμμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : κώμα

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κόμμα κόμματα
γενική κόμματος κομμάτων
αιτιατική κόμμα κόμματα
κλητική κόμμα κόμματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈkɔ.ma/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κόμμα ουδέτερο

  1. (γραμματική) σημείο στίξης (,) το οποίο χωρίζει προτάσεις, όρους προτάσεων, φράσεις κτλ.
  2. (πολιτική) συγκροτημένος πολιτικός οργανισμός που, προβάλλοντας την ιδεολογία και τις θέσεις του, διεκδικεί συμμετοχή στους πολιτικούς θεσμούς ενός κράτους
    • πολιτικός σχηματισμός που δρα σε μια ένωση κρατών (π.χ. την Ευρωπαϊκή Ένωση) και αποτελείται από ιδεολογικά συγγενή εθνικά κόμματα
  3. (μαθηματικά) η υποδιαστολή

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • κάνω κόμμα (με κάποιον): συνεργάζομαι (με κάποιον), συνήθως εναντίον κάποιου άλλου
έκαναν κι οι δυό τους κόμμα εναντίον μου

Books-aj.svg aj ashton 01f.svg Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Ομώνυμα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κόμμα < από το ρήμα κόπτω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κόμμα ουδέτερο

  1. το κομμάτι που αποχωρίζεται από ένα σύνολο
  2. (γραμματική) μικρό μέρος περιόδου του προφορικού ή γραπτού λόγου, κώλο
  3. σφραγίδα ή αποτύπωμα νομίσματος
  4. νόμισμα
  5. το άχυρο που απομένει όταν αλωνιστεί το σιτάρι
  6. μωλώπισμα

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]