οργανισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική οργανισμός οργανισμοί
γενική οργανισμού οργανισμών
αιτιατική οργανισμό οργανισμούς
κλητική οργανισμέ οργανισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

οργανισμός < γαλλική organisme

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ɔɾ.ɣa.ni.ˈzmɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

οργανισμός αρσενικό

  1. (βιολογία) κάθε ον που φέρει τις ιδιότητες της ζωής κι αποτελείται από ένα ή περισσότερα στοιχεία που έχουν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και λειτουργίες κι αλληλοεπιδρούν μεταξύ τους
  2. το σύνολο των οργάνων ενός όντος που επιτελούν τις λειτουργίες της ζωής
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: κράση
  3. οι κανόνες συγκρότησης και οργάνωσης ενός φορέα ή μιας υπηρεσίας, ώστε να λειτουργεί με εύρυθμο και τελέσφορο τρόπο
    • (συνεκδοχικά) Οργανισμός : κάθε φορέας ή υπηρεσία με δημόσιο χαρακτήρα που λειτουργεί για την επίτευξη ενός στόχου
    • (συνεκδοχικά) Μη Κυβερνητικός Οργανισμός : ο οργανισμός που συγκροτείται από ιδιώτες και δεν έχει κερδοσκοπικούς σκοπούς, αλλά οικολογικούς, θρησκευτικούς, πολιτικούς, ειρηνιστικούς στόχους, τους οποίους επιδιώκει μέσω της ενημέρωσης του κοινού, της άσκησης πίεσης σε κυβερνητικούς παράγοντες κ.λπ.
    • (συνεκδοχικά) τα άτομα που στελεχώνουν τους παραπάνω φορείς


32πχ Μεταφράσεις[]