υγεία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: Υγεία, υγειά, Υγιεία

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η υγεία οι υγείες
      γενική της υγείας
    αιτιατική την υγεία τις υγείες
     κλητική υγεία υγείες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

υγεία < ελληνιστική κοινή ὑγεία < αρχαία ελληνική ὑγίεια

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

υγεία θηλυκό

  1. η καλή κατάσταση και φυσιολογική λειτουργία ενός οργανισμού, η απουσία αρρώστιας
  2. (γενικότερα) η κατάσταση ενός οργανισμού
    αμετάβλητη η υγεία του αρρώστου
  3. (μεταφορικά) η καλή κατάσταση και λειτουργία ενός συστήματος
  4. (συνεκδοχικά) το σύστημα υγείας μιας χώρας
    η κυβέρνηση θα πάρει μέτρα για την παιδεία και την υγεία

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • εις υγείαν και στην υγειά σας : λέγεται σαν ευχή όταν κάποιος πίνει κάτι

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]