ὑγίεια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Ὑγίεια

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ὑγίεια ὑγιεία ὑγίειαι
Γενική ὑγιείας ὑγιείαιν ὑγιειῶν
Δοτική ὑγιεί ὑγιείαιν ὑγιείαις
Αιτιατική ὑγίειαν ὑγιεία ὑγιείας
Κλητική ὑγίεια ὑγιεία ὑγίειαι

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ὑγίεια < ὑγιής

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ὑγίεια θηλυκό (& αττικός τύποςὑγιεία)

  1. υγεία
  2. ευεξία
  3. υγιεινή
  4. είδος πίτας που χρησιμοποιείται κατά τις θυσίες
  5. φάρμακο, θεραπεία