sano

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
sano < san- + -o

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

sano (eo)

Αντώνυμα

[επεξεργασία]



Ετυμολογία

[επεξεργασία]
sano < sānus

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈsaː.noː/

sano (la) (sānō1, sānāvī, sānātum, sānāre)