Μετάβαση στο περιεχόμενο

θεραπεύω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
θεραπεύω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική θεραπεύω (υπηρετώ, λατρεύω, γιατρεύω)[1]

θεραπεύω

  1. δίνω σε ασθενή μια θεραπεία και αποκαθιστώ την καλή του υγεία (λέγεται επίσης για το μέλος ή το όργανο που νοσεί καθώς και για την ίδια τη νόσο)
      Ἡ τῶν φύλλων πάρωρος κατάπτωσις προέρχεται ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἀπὸ τὴν μεγάλην καὶ διαρκή ξηρασίαν, καὶ θεραπεύεται διὰ τῶν ποτισμάτων. (Σπυρίδων Α. Χωματιανός, Γεωπονικά: κηπουρική, αμπελουργία και καλλιέργεια ελαίας, 1848, σελ. 149)
  2. (αρχαιοπρεπές) υπηρετώ (μια επιστήμη ή τέχνη)

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
θεραπεύω < λείπει η ετυμολογία

θεραπεύω

  1. υπηρετώ, περιποιούμαι, λατρεύω, νοσηλεύω
  2. κολακεύω (αρνητική σημασία)
  3. καλλιεργώ, οργώνω
  4. φροντίζω (με απαρέμφατο)

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]