υπηρετώ
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- υπηρετώ < Διάφορες ετυμολογίες ανά σημασία.
- Μεταβατικές σημασίες < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ὑπηρετῶ < αρχαία ελληνική ὑπηρετῶ[1].
- Αμετάβατες σημασίες < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ὑπηρετῶ < γαλλική servir[2][3]
- Μορφολογικά αναλύεται σε υπ- + ηρετ + -ώ.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /i.pi.ɾeˈto/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : υ‐πη‐ρε‐τώ
Ρήμα
[επεξεργασία]υπηρετώ, -είς, -εί, κλ.μτχ.ε.ε..: υπηρετών, πρτ.: υπηρετούσα, στ.μέλλ.: θα υπηρετήσω, αόρ.: υπηρέτησα, παθ.φωνή: υπηρετούμαι, στ.μέλλ.: θα υπηρετηθώ, π.αόρ.: υπηρετήθηκα, μτχ.π.π.: υπηρετημένος
- (μεταβατικό)
- προσφέρω υπηρεσίες σε κάποιον ως υπηρέτης
- εργάζομαι την επίτευξη ενός κοινωφελούς σκοπού
- (αρνητική συνδήλωση) διεκδικώ την εκπλήρωση ενός εγωϊστικού σκοπού
- (σπάνια στην παθητική φωνή) ασχολούμαι με πάθος, αφοσιώνομαι σε κάτι
Yπηρετεί τις τέχνες και τα γράμματα.
- (αμετάβατο)
- εργάζομαι ως δημόσιος υπάλληλος κρατικής υπηρεσίας ή ως στρατιωτικός
- ※ Είχε αποταχθεί από το στρατό, αφού υπηρέτησε δύο χρόνια στον πειθαρχικό λόχο. Έλαβε μέρος σε τρία κινήματα, οξύς και αδίστακτος μια ζωή ο Κώστας, κι όταν τον αποτάξανε, αναγκάστηκε να καταταγεί στη χωροφυλακή (Ανδρέας Μήτσου, Ο κίτρινος στρατιώτης, εκδ. Καστανιώτη, 2012)
- (στρατιωτικός όρος) εκπληρώνω στρατιωτική θητεία, ως στρατιώτης
- εργάζομαι ως δημόσιος υπάλληλος κρατικής υπηρεσίας ή ως στρατιωτικός
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]θέμα: υπηρετ-
- αλληλοεξυπηρέτηση
- αλληλοεξυπηρετούμαι
- αυτοεξυπηρέτηση
- αυτοεξυπηρετούμαι
- αφυπηρετήσας
- αφυπηρέτηση
- εξυπηρέτηση
- εξυπηρετήσιμος
- εξυπηρετητής
- εξυπηρετικά
- εξυπηρετικός
- εξυπηρετικότητα
- συνυπηρέτηση
- τηλεξυπηρέτηση
- υπηρετάκος
- υπηρέτης
- υπηρέτηση
- υπηρετήσιμος
- υπηρετικά
- υπηρετικό
- υπηρετικός
- υπηρετικώς
- υπηρέτισσα
- υπηρέτρια
- υπηρετριάκι
- υπηρετριούλα
* Όροι με υπηρετ — Αναστασιάδη-Συμεωνίδη, Άννα (2003) Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη ISBN:960-231-097-9 & online @greek-language.gr (συντομογραφίες, αστερίσκος για λέξεις στη λογοτεχνία)
- *υπηρετ* - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
* Όροι με υπηρεσ — Αναστασιάδη-Συμεωνίδη, Άννα (2003) Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη ISBN:960-231-097-9 & online @greek-language.gr (συντομογραφίες, αστερίσκος για λέξεις στη λογοτεχνία)
- *υπηρεσ* - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κλίση
[επεξεργασία] Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | υπηρετώ | υπηρετούσα | θα υπηρετώ | να υπηρετώ | υπηρετώντας | |
| β' ενικ. | υπηρετείς | υπηρετούσες | θα υπηρετείς | να υπηρετείς | (υπηρέτει) | |
| γ' ενικ. | υπηρετεί | υπηρετούσε | θα υπηρετεί | να υπηρετεί | ||
| α' πληθ. | υπηρετούμε | υπηρετούσαμε | θα υπηρετούμε | να υπηρετούμε | ||
| β' πληθ. | υπηρετείτε | υπηρετούσατε | θα υπηρετείτε | να υπηρετείτε | υπηρετείτε | |
| γ' πληθ. | υπηρετούν(ε) | υπηρετούσαν(ε) | θα υπηρετούν(ε) | να υπηρετούν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | υπηρέτησα | θα υπηρετήσω | να υπηρετήσω | υπηρετήσει | ||
| β' ενικ. | υπηρέτησες | θα υπηρετήσεις | να υπηρετήσεις | υπηρέτησε | ||
| γ' ενικ. | υπηρέτησε | θα υπηρετήσει | να υπηρετήσει | |||
| α' πληθ. | υπηρετήσαμε | θα υπηρετήσουμε | να υπηρετήσουμε | |||
| β' πληθ. | υπηρετήσατε | θα υπηρετήσετε | να υπηρετήσετε | υπηρετήστε | ||
| γ' πληθ. | υπηρέτησαν υπηρετήσαν(ε) |
θα υπηρετήσουν(ε) | να υπηρετήσουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω υπηρετήσει | είχα υπηρετήσει | θα έχω υπηρετήσει | να έχω υπηρετήσει | ||
| β' ενικ. | έχεις υπηρετήσει | είχες υπηρετήσει | θα έχεις υπηρετήσει | να έχεις υπηρετήσει | ||
| γ' ενικ. | έχει υπηρετήσει | είχε υπηρετήσει | θα έχει υπηρετήσει | να έχει υπηρετήσει | ||
| α' πληθ. | έχουμε υπηρετήσει | είχαμε υπηρετήσει | θα έχουμε υπηρετήσει | να έχουμε υπηρετήσει | ||
| β' πληθ. | έχετε υπηρετήσει | είχατε υπηρετήσει | θα έχετε υπηρετήσει | να έχετε υπηρετήσει | ||
| γ' πληθ. | έχουν υπηρετήσει | είχαν υπηρετήσει | θα έχουν υπηρετήσει | να έχουν υπηρετήσει |
| |
Παθητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | υπηρετούμαι | υπηρετούμουν | θα υπηρετούμαι | να υπηρετούμαι | ||
| β' ενικ. | υπηρετείσαι | υπηρετούσουν | θα υπηρετείσαι | να υπηρετείσαι | ||
| γ' ενικ. | υπηρετείται | υπηρετούνταν | θα υπηρετείται | να υπηρετείται | ||
| α' πληθ. | υπηρετούμαστε | υπηρετούμασταν υπηρετούμαστε |
θα υπηρετούμαστε | να υπηρετούμαστε | ||
| β' πληθ. | υπηρετείστε | υπηρετούσασταν υπηρετούσαστε |
θα υπηρετείστε | να υπηρετείστε | υπηρετείστε | |
| γ' πληθ. | υπηρετούνται | υπηρετούνταν | θα υπηρετούνται | να υπηρετούνται | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | υπηρετήθηκα | θα υπηρετηθώ | να υπηρετηθώ | υπηρετηθεί | ||
| β' ενικ. | υπηρετήθηκες | θα υπηρετηθείς | να υπηρετηθείς | υπηρετήσου | ||
| γ' ενικ. | υπηρετήθηκε | θα υπηρετηθεί | να υπηρετηθεί | |||
| α' πληθ. | υπηρετηθήκαμε | θα υπηρετηθούμε | να υπηρετηθούμε | |||
| β' πληθ. | υπηρετηθήκατε | θα υπηρετηθείτε | να υπηρετηθείτε | υπηρετηθείτε | ||
| γ' πληθ. | υπηρετήθηκαν υπηρετηθήκαν(ε) |
θα υπηρετηθούν(ε) | να υπηρετηθούν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | έχω υπηρετηθεί | είχα υπηρετηθεί | θα έχω υπηρετηθεί | να έχω υπηρετηθεί | υπηρετημένος | |
| β' ενικ. | έχεις υπηρετηθεί | είχες υπηρετηθεί | θα έχεις υπηρετηθεί | να έχεις υπηρετηθεί | ||
| γ' ενικ. | έχει υπηρετηθεί | είχε υπηρετηθεί | θα έχει υπηρετηθεί | να έχει υπηρετηθεί | ||
| α' πληθ. | έχουμε υπηρετηθεί | είχαμε υπηρετηθεί | θα έχουμε υπηρετηθεί | να έχουμε υπηρετηθεί | ||
| β' πληθ. | έχετε υπηρετηθεί | είχατε υπηρετηθεί | θα έχετε υπηρετηθεί | να έχετε υπηρετηθεί | ||
| γ' πληθ. | έχουν υπηρετηθεί | είχαν υπηρετηθεί | θα έχουν υπηρετηθεί | να έχουν υπηρετηθεί | ||
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- 1 2 υπηρετώ - Κάτος, Γιώργος Β. (2016) Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας. Θεσσαλονίκη. online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1-2)
- ↑ υπηρετώ - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ↑ υπηρετώ - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Πηγές
[επεξεργασία]- Πάπυρος–Λαρούς–Μπριτάννικα: Λεξικό της ελληνικής γλώσσας, αρχαίας - μεσαιωνικής - νέας, ερμηνευτικό - ετυμολογικό. Αθήνα: Πάπυρος, 1981‑1994, έκδοση: 2013.
Κατηγορίες:
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Σημασιολογικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα υπ- (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ώ (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Στρατιωτικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Ρήματα που κλίνονται όπως το «θεωρώ»
- Ρήματα που κλίνονται όπως το «θεωρούμαι»
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)