φορέας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο φορέας οι φορείς
      γενική του φορέα των φορέων
    αιτιατική τον φορέα τους φορείς
     κλητική φορέα φορείς
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φορέας < αρχαία ελληνική φορεύς < φέρω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φορέας αρσενικό ή θηλυκό

  1. (βιολογία) μολυσμένος ζωντανός οργανισμός χωρίς συμπτώματα
  2. αυτός που μεταδίδει/μεταδίνει, ο κομιστής, το μέσο με το οποίο γίνεται η μετάδοση ή «φέρεται» αυτή
    φορείς των θεμελιωδών δικαιωμάτων και καθηκόντων είναι όλα τα φυσικά πρόσωπα που υπόκεινται στην κρατική εξουσία είτε είναι υπήκοοι είτε αλλοδαποί και διαμένουν στη χώρα εκτός από το δικαίωμα συνεταιρισμού και την υποχρέωση στράτευσης για τους δεύτερους
    φορέας πολιτισμού
    φορείς ιδεολογικοί, κομματικοί
  3. (μεταφορικά) οργανισμός που εκπροσωπεί άλλες μικρότερες οργανώσεις ή οργανισμούς, η οργανώσεων/οργανισμών που έχουν κάποιο κοινό αντικείμενο (απόδοση τού γερμανικού νομικού όρου Träger ενώ η απόδοσή του στα Αγγλικά είναι entity ή body, < προέρχεται από το Γερμανικό διοικητικό δίκαιο στο οποίο πρωτοεμφανίσθηκε ο όρος αυτός για την απόδοση πάσης φύσεως ανεξάρτητων ή αυτόνομων υπηρεσιών ρυθμιστικού, συμβουλευτικού ή διοικητικού χαρακτήρα])
    φορέας υλοποίησης, πιστοποίησης, αξιολόγησης κ.λπ.(δηλαδή οι αρμόδιοι οργανισμοί για να υλοποιήσουν, πιστοποιήσουν, αξιολογήσουν κ.λπ.)
  4. (φυσική) σωματίδιο στο οποίο οφείλεται η άσκηση οποιασδήποτε δύναμης
  5. (μεταφορικά) αυτός, -ή, -ό που χαρακτηρίζεται από κάποια ιδιότητα
    φορέας προσωποσύνης, φορέας ιδεών

Σύνθετα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]