φόρεμα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | φόρεμα | τα | φορέματα |
| γενική | του | φορέματος | των | φορεμάτων |
| αιτιατική | το | φόρεμα | τα | φορέματα |
| κλητική | φόρεμα | φορέματα | ||
| Κατηγορία όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||


Ετυμολογία
[επεξεργασία]- φόρεμα < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή φόρεμα < αρχαία ελληνική φόρημα (φορτίο)[1]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈfo.ɾe.ma/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : φό‐ρε‐μα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]φόρεμα ουδέτερο
- (ενδυμασία) φουστάνι, ρούχο γυναικείο, με ή χωρίς μανίκια, που καλύπτει το σώμα με ένα συνήθως μονοκόμματο ύφασμα και φτάνει σε διάφορα μήκη, για διάφορες περιστάσεις
Εκφράσεις
[επεξεργασία]- καλό φόρεμα
- το ίδιο φόρεμα (τα ίδια και τα ίδια)
Συγγενικά
[επεξεργασία]- φέρω
- φορεματάκι (υποκοριστικό)
- φοριέμαι
- φορεσιά
- φόρος
Συνώνυμα
[επεξεργασία]- φορεματάκι -το απλό φόρεμα, ίσως φτηνό
- φουστάνι -το λαϊκό φόρεμα
- φουστανάκι -το ταπεινό ή παιδικό φόρεμα
- τσιτάκι -το ταπεινότατο φόρεμα
- τουαλέτα -το ιδιαίτερα επίσημο φόρεμα
- νυφικό -το νυφικό φόρεμα
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] φόρεμα
|
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ φόρεμα - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση) δεν μαρτυρείται δυϊκός αριθμός | ||||||||
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | τὸ | φόρεμᾰ | τὰ | φορέμᾰτᾰ | ||||
| γενική | τοῦ | φορέμᾰτος | τῶν | φορεμᾰ́των | ||||
| δοτική | τῷ | φορέμᾰτῐ | τοῖς | φορέμᾰσῐ(ν) | ||||
| αιτιατική | τὸ | φόρεμᾰ | τὰ | φορέμᾰτᾰ | ||||
| κλητική ὦ! | φόρεμᾰ | φορέμᾰτᾰ | ||||||
| δυϊκός | ||||||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | φορέμᾰτε | ||||||
| γεν-δοτ | τοῖν | φορεμᾰ́τοιν | ||||||
| 3η κλίση, Κατηγορία 'ὄνομα' όπως «ὄνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||||
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]φόρεμα ουδέτερο
- (ελληνιστική κοινή) μεταγενέστερη μορφή του φόρημα
Πηγές
[επεξεργασία]- φόρεμα - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'όνομα' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ενδυμασία (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με αρχαίες κλίσεις (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά με κλίση 'ὄνομα' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ὄνομα' (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης ουδέτερα (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά προπαροξύτονα (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά ουδέτερα προπαροξύτονα (ελληνιστική κοινή)
- Λέξεις προπαροξύτονες (ελληνιστική κοινή)
- Ελληνιστική κοινή
- Ουσιαστικά (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)