φόρεμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το φόρεμα τα φορέματα
      γενική του φορέματος των φορεμάτων
    αιτιατική το φόρεμα τα φορέματα
     κλητική φόρεμα φορέματα
Κατηγορία όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

φόρεμα < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή φόρεμα < αρχαία ελληνική φόρημα (φορτίο)[1]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈfo.ɾe.ma/
τυπογραφικός συλλαβισμός: φό‐ρε‐μα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φόρεμα ουδέτερο

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

και δείτε τη λέξη φοράω / φορώ

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυικός Πληθυντικός
Ονομαστική φόρεμα φορέματε φορέματα
Γενική φορέματος φορεμάτοιν φορεμάτων
Δοτική φορέματι φορεμάτοιν φορέμασι
Αιτιατική φόρεμα φορέματε φορέματα
Κλητική φόρεμα φορέματε φορέματα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

φόρεμα < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φόρεμα ουδέτερο

Πηγές[επεξεργασία]