φόρεμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φόρεμα φορέματα
γενική φορέματος φορεμάτων
αιτιατική φόρεμα φορέματα
κλητική φόρεμα φορέματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φόρεμα < αρχαία ελληνική φόρημα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φόρεμα ουδέτερο

  • φουστάνι, ρούχο γυναικείο, με ή χωρίς μανίκια, που καλύπτει το σώμα με ένα συνήθως μονοκόμματο ύφασμα και φτάνει σε διάφορα μήκη, για διάφορες περιστάσεις
  • φορέματα για εγκύους/παχουλές
  • βραδινό φόρεμα
  • κλος φόρεμα
  • εβαζέ φόρεμα (που φάρδαινε προς τα κάτω < γαλλικό évasée)
  • με κρινολίνο
  • καλό φόρεμα
  • φόρεμα πλύνε-βάλε (πρακτικό και καθημερινό)
  • σέξι φόρεμα
  • το ίδιο φόρεμα!!!!!
Φόρεμα κι αυτό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • Το σημαντικό σε ένα φόρεμα είναι η γυναίκα που το φοράει (Υβ Σαιν Λωράν)
  • Κι η άλλη τι φόρεμα φορούσε; (....)


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]