ουρά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ούρα

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ουρά ουρές
γενική ουράς ουρών
αιτιατική ουρά ουρές
κλητική ουρά ουρές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ουρά < αρχαία ελληνική οὐρά

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ουρά θηλυκό

  1. προέκταση της σπονδυλικής στήλης αρκετών θηλαστικών
  2. λεπτή προέκταση προς τα πίσω αρκετών ζώων ιδίως ερπετών και ψαριών
  3. τα φτερά πτηνών που βρίσκονται στο πίσω μέρος και μοιάζουν με ουρά
  4. (μεταφορικά) το πίσω μέρος σειράς πραγμάτων ή προσώπων
  5. η οπισθοφυλακή
  6. σειρά από πράγματα ή πρόσωπα που περιμένουν

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

Εκφράσεις[]

  • βγάζω την ουρά μου: δεν ανακατεύομαι
  • χώνω παντού την ουρά μου: ανακατεύομαι παντού
  • λεφτά (χρήμα, παράς κλπ.) με ουρά: πολλά χρήματα
  • με την ουρά στα σκέλια: με ένοχη συνείδηση
  • πιάνο με ουρά: είδος πιάνου με προέκταση, φορτεπιάνο
  • πίσω έχει η αχλάδα την ουρά: δεν τελειώσαμε ακόμα, αργότερα θα φανεί ποιος είναι ο κερδισμένος
  • σιγά μη στάξει η ουρά του γαϊδάρου: δεν έχει μεγάλη σημασία
  • τώρα που φάγαμε το γάιδαρο και έμεινε η ουρά: (μην εγκαταλείπεις) τώρα που τελειώνουμε

32πχ Μεταφράσεις[]

Μεταφράσεις που πρέπει να καταταγούν ανάλογα με την έννοιά τους: