line

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

line < (κληρονομημένο) μέση αγγλική line / lyne < αγγλοσαξονική līne < πρωτογερμανική *līnǭ / *līną (λινάρι, λινός) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *līno- (λινάρι)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
line lines

line (en)

  1. η γραμμή
  2. η σειρά
  3. (παρωχημένο) λινάρι
     συνώνυμα: linum, flax

Συγγενικά[επεξεργασία]

Παράγωγα[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

ενεστώτας line
γ΄ ενικό ενεστώτα lines
αόριστος lined
παθητική μετοχή lined
ενεργητική μετοχή lining

line (en)

  • έχω κάτι στις άκρες μου, σχηματίζω γραμμές ή σειρές κατά μήκος κάτι
    The road was lined with trees.
    Ο δρόμος είχε δέντρα στις άκρες του.

Πηγές[επεξεργασία]