command line
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Πολυλεκτικός όρος
[επεξεργασία]command line (en)
- (πληροφορική) γραμμή εντολής
- Άλλη γραφή: command-line
Υπώνυμα
[επεξεργασία]Πολυλεκτικοί όροι
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
command line στην αγγλική Βικιπαίδεια
