αράδα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αράδα αράδες
γενική αράδας αράδων
αιτιατική αράδα αράδες
κλητική αράδα αράδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αράδα < μεσαιωνική ελληνική ἀράδα < σλαβική ред (γραμμή, σειρά) < πρωτοσλαβική γλώσσα *rędъ < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *arēydʰ- / *rēydʰ- / *rīdʰ- < *ar (πβ. ἀραρίσκω) (άλλη άποψη: < βενετική arada: αυλάκι που δημιουργείται από το αλέτρι, αλετριά)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αράδα θηλυκό

  1. γραμμή, σειρά από πρόσωπα ή πράγματα
  2. γραμμή, στίχος σε κείμενο
    η πρώτη αράδα του αφηγήματος.

Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

αράδα και στην αράδα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]