καλός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : κάλος

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική καλός καλή καλό
γενική καλού καλής καλού
αιτιατική καλό καλή καλό
κλητική καλέ καλή καλό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική καλοί καλές καλά
γενική καλών καλών καλών
αιτιατική καλούς καλές καλά
κλητική καλοί καλές καλά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

καλός < αρχαία ελληνική καλός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /kaˈlɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /kaˈli/ θηλυκό
ΔΦΑ : /kaˈlɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[]

καλός , -ή , -ό

  1. ο θετικά, αγαθά, φιλικά διακείμενος προς τους άλλους όχι μόνον θεωρητικά, αλλά και συναισθηματικά και πρακτικά, που βοηθά τους άλλους ανθρώπους, που συγχωρεί εύκολα και επιδιώκει το καλύτερο όχι μονον για τον εαυτό του αλλά και τους υπόλοιπους
    • Ο καλός, ο κακός και ο άσχημος (ταινία του 1966)
    • Καλέ μου άνθρωπε!!!
    • Οι γυναίκες δεν θέλουν τα καλά παιδιά
  2. που υπερτερεί σε κάτι, είναι ανώτερος από άλλους ομοίους του, ξεχωρίζει θετικά, είναι καλός σε κάτι συγκεκριμένο, σε μια επιστήμη ή ειδικότητα, την κατέχει, είναι κατηρτισμένος, ασκεί ένα επάγγελμα αποτελεσματικότερα από άλλους συναδέλφους του
    • ο καλός μαθητής, ο καλός δάσκαλος, ο καλός γιατρός, ο καλός υδραυλικός, ο καλός στα αρχαία/μαθηματικά, η καλή μαγείρισα
    • Ο καλός Γερμανός (βιβλίο του Τζόζεφ Κότον)
    • είναι από καλή οικογένεια (ανώτερη οικονομικά ή ηθικά)
    • καλός χριστιανός (όχι τυπικά, αλλά ουσιαστικά καλός ως πιστός)
    • καλό φάρμακο (αποτελεσματικό, χωρίς παρενέργειες, όχι σαν τα άλλα)
    • Φόρεσα το καλό μου παλτό (όχι το παλιό ή το μέτριο)
    • Γράφε με το καλό σου χέρι (το δεξί συνήθως, όχι με το άλλο)
    • Ερχονται καλές μέρες (χρονιάρες, γιορτινές, όχι καθημερινές)
    • Βάλε το ύφασμα από την καλή (όχι από την ανάποδη)
  3. ο όμορφος, που σχετίζεται με το κάλλος, την ωραιότητα ή την ωραιοποίηση
    • οι καλές τέχνες
  4. ο ικανοποιητικός, ο κατάλληλος για κάτι, που αξίζει τα λεφτά του, το χρόνο που του επενδύει κάποιος, που το συνιστά κάποιος θετικά
    • Διάβασα ένα καλό βιβλίο, Είδα ένα καλό έργο στο σινεμά, Βρήκα ένα καλό ξενοδοχείο, Καλό αμάξι για ταξίδια, Είναι καλή εποχή για ψάρεμα
  5. (ειρωνικά) κατ' ευφημισμό όταν κάποιος κάνει κάτι κακό ή όταν γενικά είναι κακός
    • Είδες τι πήγε κι έκανε η καλή σου;
  6. πρώτο συνθετικό σε φράσεις και λέξεις με την έννοια της ευχής να είναι καλό ή που έχει ήδη την ιδιότητα του καλού
    • καλημέρα, καλησπέρα, 'καλό ταξίδι, καλή χρονιά, ώρα καλή
    • καλοτάξιδος, καλότυχος, καλοσκέφτομαι, καλοστεκούμενος, καλοκάγαθος

Εκφράσεις[]

  • στα καλά καθούμενα : σε απρόσμενη χρονική στιγμή
  • καλή καρδιά
  • καλή του η ώρα
  • καλές τρεις (πέντε, έξι κλπ. ανάλογα) (θα φτάσουμε, ήρθαμε κλπ): για να τονίσουμε την καθυστέρηση (αναφέροντας την ώρα)
  • ξέρω κάποιον κι απ' την καλή κι απ' την ανάποδη: τον έχω ζήσει, τον ξέρω καλά
  • πιάνω την καλή : στέκομαι τυχερός σε κάτι, συνήθως στον οικονομικό τομέα ή και σε άλλους
  • ας τελειώνουμε μια και καλή: να ξεμπερδεύουμε άμεσα, όχι βαθμιαία και τμηματικά, μια κι έξω, με τη μία
  • καλά κρασιά! : (οικείο) για κάτι που θεωρούμε απίθανο να γίνει

Ομώνυμα[]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]


Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

καλός αρσενικό

  1. ο αγαπημένος, ο ερωμένος
    Πού είναι ο καλός μου;

32πχ Μεταφράσεις[]

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική καλός καλή καλόν καλοί καλαί καλά
Γενική καλοῦ καλῆς καλοῦ καλῶν καλῶν καλῶν
Δοτική καλῷ καλῇ καλῷ καλοῖς καλαῖς καλοῖς
Αιτιατική καλόν καλήν καλόν καλούς καλάς καλά
Κλητική καλέ καλή καλόν καλοί καλαί καλά
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική καλώ καλά
Γενική-Δοτική καλοῖν καλαῖν

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

καλός < ομόρριζο του κάλλος και κάλλαιον και καλλύνω

Open book 01.svg Επίθετο[]

καλός, -ή, -όν

  1. όμορφος, ωραίος
  2. καλός, τίμιος, ειλικρινής, δικαιος, ευγενής
  3. αρμόδιος, κατάλληλος
  4. το ουδέτερο ως ουσιαστικό, δηλ. το καλόν = η καλλονή, η ωραιότητα, το ηθικό κάλλος και η αρετή
  5. ἡ Καλή και η Καλλίστη, επίθετα Αρτέμιδος

Παραθετικά[]

  • καλλίων,-ων, -ον (το ουδέτερο απαντά και κάλιον), κάλλιστος-η, -ον
  • μεταγενέστεροι τύποι καλλιώτερος και -ότερος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[]

  • α μακρό και άλλοτε βραχύ, αλλά συνήθως μακρό στους επικούς και στους πρώτους ποιητές ιάμβων.Βραχύ στους Αττικούς και τραγικούς με αρκετές πάντως εξαιρέσεις