gut

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

gut (en)

  1. το πεπτικό σύστημα, ιδιαίτερα το έντερο
  2. η κοιλιά, ιδιαίτερα η κοιλιά με πάχος
    beer gut
  3. το έντερο ζώων που χρησιμοποιείται για να φτιαχτούν χορδές

Δείτε επίσης[επεξεργασία]



Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

gut (de)