schlecht
Εμφάνιση
Γερμανικά (de)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- schlecht < (κληρονομημένο) μέση άνω γερμανική sleht < παλαιά άνω γερμανική sleht < πρωτογερμανική *slihta- [1] [2]
Προφορά
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]schlecht (de) , συγκριτικός : schlechter, υπερθετικός : am schlechtesten
- κακός, που δεν έχει καλή ποιότητα
- κακός, που δεν έχει καλή συμπεριφορά
- άσχημος, δυσάρεστος
- (για φαγητό) που έχει χαλάσει
Wir haben die Milch außerhalb des Kühlschranks stehen lassen und sie ist schlecht geworden.
Αφήσαμε το γάλα έξω από το ψυγείο και χάλασε.
- άρρωστος
Κλίση
[επεξεργασία]Θετικός βαθμός του schlecht
| γένος | ενικός | πληθυντικός | |||
|---|---|---|---|---|---|
| αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | όλα τα γένη | ||
| ως κατηγορούμενο | er ist schlecht | sie ist schlecht | es ist schlecht | sie sind schlecht | |
| κλίση χωρίς άρθρο | ονομαστική | schlechter | schlechte | schlechtes | schlechte |
| γενική | schlechten | schlechter | schlechten | schlechter | |
| δοτική | schlechtem | schlechter | schlechtem | schlechten | |
| αιτιατική | schlechten | schlechte | schlechtes | schlechte | |
| με οριστικό άρθρο | ονομαστική | der schlechte | die schlechte | das schlechte | die schlechten |
| γενική | des schlechten | der schlechten | des schlechten | der schlechten | |
| δοτική | dem schlechten | der schlechten | dem schlechten | der schlechten | |
| αιτιατική | den schlechten | die schlechte | das schlechte | die schlechten | |
| με αόριστο άρθρο | ονομαστική | ein schlechter | eine schlechte | ein schlechtes | (keine) schlechten |
| γενική | eines schlechten | einer schlechten | eines schlechten | (keiner) schlechten | |
| δοτική | einem schlechten | einer schlechten | einem schlechten | (keinen) schlechten | |
| αιτιατική | einen schlechten | eine schlechte | ein schlechtes | (keine) schlechten | |
Συγκριτικός βαθμός του schlecht
Υπερθετικός βαθμός του schlecht
Παράγωγα
[επεξεργασία]
Επίρρημα
[επεξεργασία]schlecht (de)
- άσχημα
- er fühlte sich schlecht - αισθανόταν άσχημα
Αντώνυμα
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ schlecht - Duden online.
- ↑ schlecht @DWDS - Digitales Wörterbuch der deutschen Sprache [Ψηφιακό λεξικό της γερμανικής γλώσσας]. Berlin-Brandenburgische Akademie der Wissenschaften (BBAW) (Ακαδημία Επιστημών [και Ανθρωπιστικών Επιστημών] του Βερολίνου-Βρανδεμβούργου).
Κατηγορίες:
- Κληρονομημένες λέξεις από τη μέση άνω γερμανική (γερμανικά)
- Προέλευση λέξεων από τη μέση άνω γερμανική (γερμανικά)
- Προέλευση λέξεων από τα παλαιά άνω γερμανικά (γερμανικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτογερμανική (γερμανικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (γερμανικά)
- Λήμματα με ήχο στην προφορά (γερμανικά)
- Γερμανική γλώσσα
- Επίθετα (γερμανικά)
- Αντίστροφο λεξικό (γερμανικά)
- Επιρρήματα (γερμανικά)