αγαθός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική αγαθός αγαθή αγαθό
γενική αγαθού αγαθής αγαθού
αιτιατική αγαθό αγαθή αγαθό
κλητική αγαθέ αγαθή αγαθό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αγαθοί αγαθές αγαθά
γενική αγαθών αγαθών αγαθών
αιτιατική αγαθούς αγαθές αγαθά
κλητική αγαθοί αγαθές αγαθά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγαθός < αρχαία ελληνική ἀγαθός < ἀχασός και ἀγασός (δωρ.) που πιθανόν να προέρχονται από το ρήμα χασέω -είχε την έννοια του χωρίζω αλλά και του επιθυμώ διακαώς

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.ɣaˈθɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αγαθός, -ή, -ο

  1. αυτός που ενεργεί με καλές και αγνές προθέσεις, και που δεν συνυπολογίζει τις αρνητικές παραμέτρους είτε από αφέλεια είτε από συνειδητή επιλογή.
  2. αφελής και απλοϊκός
  3. αυτός που έχει νοητική υστέρηση, βλάκας

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

Πιο συχνά χρησιμοποιείται με την έννοια του αφελή/απλοϊκού από το Μεσαίωνα και μετά παρά με εκείνη αυτού που περιφρονεί το κακό από επιλογή. Στην αρχαιότητα δεν είχε την έννοια του αφελούς και χαρακτήριζε το αμιγώς θετικό άτομο. Την ίδια έννοια είχε και στην πρώτη περίοδο του Χριστιανισμού.

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • αγαθός άνθρωπος
  • δεν καταλαβαίνει πού το πάνε, είναι αγαθιάρης
  • Αυτό αναφέρεται στον «Αγαθούλη» (Candide) του Βολταίρου, που κοροϊδεύει τον Λάιμπνιτζ και την αισιοδοξία του ως αφέλεια
  • είναι καλός κἀγαθός (και αγαθός). Φράση που σήμαινε για τον Ηρόδοτο και γενικά για τους αρχαίους Ελληνες τον ηθικό και χρήσιμο πολίτη
  • «Αγαθών, αγαθίδες» Αρχαία παροιμία, που σήμαινε ότι όταν έκανες ένα καλό, εισέπραττες την ευγνωμοσύνη σε πολλαπλάσια αγαθά -η αγαθίδα ήταν το κουβάρι.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αγαθός αρσενικό

Open book 01.svg Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Αγαθός αρσενικό

Open book 01.svg Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Αγαθός Δαίμων αρσενικό

  • αρχαία ονομασία ενός στομίου του Νείλου, κοντά στο σημερινό Ρασίντ (=Ροζέτα, στα ελληνικά κείμενα)

Open book 01.svg Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Αγαθός Δαίμων (και Αγαθοδαίμων) αρσενικό

  • Θεότητα η οποία στην Ελλαδα (και αργότερα στη Ρώμη) συνήθως ταυτιζόταν με τον Διόνυσο και προστάτευε τον οίκο. Είχε σύμβολο το φίδι ή τον φαλλό. Οι Ελληνες ονόμαζαν Αγαθοδαίμονα και τον θεό του Νείλου της Αιγύπτου.