πονηρός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική πονηρός πονηρή πονηρό
γενική πονηρού πονηρής πονηρού
αιτιατική πονηρό πονηρή πονηρό
κλητική πονηρέ πονηρή πονηρό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική πονηροί πονηρές πονηρά
γενική πονηρών πονηρών πονηρών
αιτιατική πονηρούς πονηρές πονηρά
κλητική πονηροί πονηρές πονηρά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πονηρός < αρχαία ελληνική πονηρός

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pɔ.ni.ˈɾɔs/

Επίθετο[επεξεργασία]

πονηρός

  1. που φέρεται πονηρά, εκείνος που χρησιμοποιεί το μυαλό του (πολύ ή λίγο) για να βρει τρόπο να καταφέρει κάτι ανορθόδοξα, συχνά σε βάρος κάποιου άλλου, επίθετο συχνά σε χρήση σε αντιδιαστολή προς τον πραγματικά έξυπνο
  2. που είναι καχύποπτος και δεν μπορείς να τον εξαπατήσεις εύκολα
  3. που είναι τσαχπίνης ή τσαχπίνα, που το μυαλό του είναι πιο συχνά από των άλλων ανθρώπων στο σεξ

Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πονηρός < πονέομαι

Επίθετο[επεξεργασία]

πονηρός, ά, όν (πιθανόν η έννοια 1 να προφερόταν πόνηρος και οι άλλες δύο πονηρός)

  1. βαρύς, κοπιώδης ή ταλαιπωρημένος, που κουβαλάει βαρύ φορτίο, σε κακή κατάσταση
  2. άθλιος, ανάξιος
  3. πανούργος, δειλός