πονηρός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική πονηρός πονηρή πονηρό
γενική πονηρού πονηρής πονηρού
αιτιατική πονηρό πονηρή πονηρό
κλητική πονηρέ πονηρή πονηρό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική πονηροί πονηρές πονηρά
γενική πονηρών πονηρών πονηρών
αιτιατική πονηρούς πονηρές πονηρά
κλητική πονηροί πονηρές πονηρά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πονηρός < αρχαία ελληνική πονηρός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pɔ.ni.ˈɾɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

πονηρός

  1. που φέρεται πονηρά, εκείνος που χρησιμοποιεί το μυαλό του (πολύ ή λίγο) για να βρει τρόπο να καταφέρει κάτι ανορθόδοξα, συχνά σε βάρος κάποιου άλλου, επίθετο συχνά σε χρήση σε αντιδιαστολή προς τον πραγματικά έξυπνο
  2. που είναι καχύποπτος και δεν μπορείς να τον εξαπατήσεις εύκολα
  3. που είναι τσαχπίνης ή τσαχπίνα, που το μυαλό του είναι πιο συχνά από των άλλων ανθρώπων στο σεξ

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πονηρός < πονέομαι

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

πονηρός, ά, όν (πιθανόν η έννοια 1 να προφερόταν πόνηρος και οι άλλες δύο πονηρός)

  1. βαρύς, κοπιώδης ή ταλαιπωρημένος, που κουβαλάει βαρύ φορτίο, σε κακή κατάσταση
  2. άθλιος, ανάξιος
  3. πανούργος, δειλός