καχύποπτος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καχύποπτος < αρχαία ελληνική καχύποπτος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

καχύποπτος, -η, -ο

  1. που υποψιάζεται όλους για όλα που κάνουν, που ερμηνεύει κάθε ενέργεια ως εχθρική και ποτέ δεν βλέπει καλούς σκοπούς

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καχύποπτος < κακός + ὕποπτος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

καχύποπτος

  1. καχύποπτος