καχύποπτος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καχύποπτος < αρχαία ελληνική καχύποπτος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

καχύποπτος, -η, -ο

  1. που υποψιάζεται όλους για όλα που κάνουν, που ερμηνεύει κάθε ενέργεια ως εχθρική και ποτέ δεν βλέπει καλούς σκοπούς
  2. που φανερώνει καχυποψία
Τα μάτια της καλόγριας, καχύποπτα, εξέτασαν την Ιωάννα από πάνω μέχρι κάτω. (Ευγενία Φακίνου, Η μεγάλη πράσινη)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καχύποπτος < κακός + ὕποπτος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

καχύποπτος

  1. καχύποπτος