φιλύποπτος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική φιλύποπτος φιλύποπτη φιλύποπτο
γενική φιλύποπτου φιλύποπτης φιλύποπτου
αιτιατική φιλύποπτο φιλύποπτη φιλύποπτο
κλητική φιλύποπτε φιλύποπτη φιλύποπτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική φιλύποπτοι φιλύποπτες φιλύποπτα
γενική φιλύποπτων φιλύποπτων φιλύποπτων
αιτιατική φιλύποπτους φιλύποπτες φιλύποπτα
κλητική φιλύποπτοι φιλύποπτες φιλύποπτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φιλύποπτος < φίλος + -ο- + ύποπτος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

φιλύποπτος

  • που υποψιάζεται τους πάντες και τα πάντα, που αναζητεί πάντα κάποιο απώτερο στόχο ή κρυφό κίνητρο στις ενέργειες ή στις δηλώσεις των άλλων ανθρώπων

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]