απλοϊκός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική απλοϊκός απλοϊκή απλοϊκό
γενική απλοϊκού απλοϊκής απλοϊκού
αιτιατική απλοϊκό απλοϊκή απλοϊκό
κλητική απλοϊκέ απλοϊκή απλοϊκό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική απλοϊκοί απλοϊκές απλοϊκά
γενική απλοϊκών απλοϊκών απλοϊκών
αιτιατική απλοϊκούς απλοϊκές απλοϊκά
κλητική απλοϊκοί απλοϊκές απλοϊκά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

απλοϊκός < ελληνιστική κοινή ἁπλοϊκός < αρχαία ελληνική ἁπλόος / ἁπλοῦς + -ικός ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική simple)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

απλοϊκός, -ή, -ό

  1. απλός
  2. που δεν έχει πονηριά ή δόλο
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: άδολος, απονήρευτος
  3. που έχει απλή συμπεριφορά, χωρίς επιτήδευση
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ανεπιτήδευτος, απλός
  4. (μεταφορικά) που είναι υπεραπλουστευμένος, χωρίς βάθος
    απλοϊκή προσέγγιση της πραγματικότητας.
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αβαθής, ρηχός
  5. που δεν είναι και τόσο έξυπνος ή οξύνους
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αγαθός, αφελής

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]