απλοϊκός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | απλοϊκός | η | απλοϊκή | το | απλοϊκό |
| γενική | του | απλοϊκού | της | απλοϊκής | του | απλοϊκού |
| αιτιατική | τον | απλοϊκό | την | απλοϊκή | το | απλοϊκό |
| κλητική | απλοϊκέ | απλοϊκή | απλοϊκό | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | απλοϊκοί | οι | απλοϊκές | τα | απλοϊκά |
| γενική | των | απλοϊκών | των | απλοϊκών | των | απλοϊκών |
| αιτιατική | τους | απλοϊκούς | τις | απλοϊκές | τα | απλοϊκά |
| κλητική | απλοϊκοί | απλοϊκές | απλοϊκά | |||
| Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- απλοϊκός < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική ἁπλόος / ἁπλοῦς + -ικός (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική simple)
Επίθετο
[επεξεργασία]απλοϊκός, -ή, -ό
- απλός
- που δεν έχει πονηριά ή δόλο
- που έχει απλή συμπεριφορά, χωρίς επιτήδευση
- ※ ⌘ Νίκος Καζαντζάκης (1η έκδ.1961) Ταξιδεύοντας: Ιταλία - Αίγυπτος - Σινά - Ιερουσαλήμ - Κύπρος - Ο Μοριάς, Ο Μοριάς, IX. Ο Γέρος του Μοριά. Αθήνα: Εκδόσεις Καζαντζάκη, 2011, ανατύπωση.
- όταν, μετά την απελευθέρωση, έπεσαν απάνω στην απλοϊκή μικρούλα Ελλάδα όλοι οι δασκάλοι κι ήθελαν να την ντύσουν αρχαία, να μιλάει αρχαία, να κυβερνιέται αρχαία, ο Κολοκοτρώνης κουνούσε το μυαλωμένο νηφάλιο κεφάλι του με θυμό και περγέλιο
- ≈ συνώνυμα: ανεπιτήδευτος, απλός
- (μεταφορικά) που είναι υπεραπλουστευμένος, χωρίς βάθος
- που δεν είναι και τόσο έξυπνος ή οξύνους
Συγγενικά
[επεξεργασία]- απλοϊκά
- απλοϊκότητα
- → δείτε τη λέξη απλός
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ικός (νέα ελληνικά)
- Σημασιολογικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Καζαντζάκη (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)