Μετάβαση στο περιεχόμενο

simple

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός simple
συγκριτικός simpler
υπερθετικός simplest

Επίθετο

[επεξεργασία]

simple (en)



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
simple simples

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Επίθετο

[επεξεργασία]

simple (fr) αρσενικό ή θηλυκό

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]



Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
simple < simpl- + -e

Επίρρημα

[επεξεργασία]

simple (eo)