απλός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο απλός η απλή το απλό
      γενική του απλού της απλής του απλού
    αιτιατική τον απλό την απλή το απλό
     κλητική απλέ απλή απλό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι απλοί οι απλές τα απλά
      γενική των απλών των απλών των απλών
    αιτιατική τους απλούς τις απλές τα απλά
     κλητική απλοί απλές απλά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

απλός < αρχαία ελληνική ἁπλοῦς

Επίθετο[επεξεργασία]

απλός, -ή, -ό

  1. που δεν είναι πολύπλοκος
    μια απλή κατασκευή
    θα σου το πω με απλά λόγια
  2. λιτός ως προς τον τρόπο ζωής, τη διακόσμηση, τα εκφραστικά μέσα
  3. (για χαρακτήρες) ανεπιτήδευτος, ειλικρινής, ευθύς
  4. συνηθισμένος, καθημερινός
    εμείς οι απλοί άνθρωποι
    εμφανίστηκε με απλά ρούχα
  5. αμόρφωτος, απλοϊκός
    πολλές φορές ακούς μεγάλες αλήθειες από το στόμα των απλών ανθρώπων

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]