απλός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική απλός απλή απλό
γενική απλού απλής απλού
αιτιατική απλό απλή απλό
κλητική απλέ απλή απλό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική απλοί απλές απλά
γενική απλών απλών απλών
αιτιατική απλούς απλές απλά
κλητική απλοί απλές απλά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

απλός < αρχαία ελληνική ἁπλοῦς

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

απλός, -ή, -ό

  1. που δεν είναι πολύπλοκος
    μια απλή κατασκευή
    θα σου το πω με απλά λόγια
  2. λιτός ως προς τον τρόπο ζωής, τη διακόσμηση, τα εκφραστικά μέσα
  3. (για χαρακτήρες) ανεπιτήδευτος, ειλικρινής, ευθύς
  4. συνηθισμένος, καθημερινός
    εμείς οι απλοί άνθρωποι
    εμφανίστηκε με απλά ρούχα
  5. αμόρφωτος, απλοϊκός
    πολλές φορές ακούς μεγάλες αλήθειες από το στόμα των απλών ανθρώπων

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]