απλότητα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική απλότητα απλότητες
γενική απλότητας απλοτήτων
αιτιατική απλότητα απλότητες
κλητική απλότητα απλότητες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

απλότητα < αρχαία ελληνική ἁπλότης < ἁπλοῦς (απλός)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

απλότητα θηλυκό

  1. το να είναι κάποιος ή κάτι απλός· η έλλειψη πολυπλοκότητας
    η απλότητα της κατασκευής εντυπωσιάζει
  2. η ευθύτητα του χαρακτήρα, η έλλειψη επιτήδευσης
  3. η λιτότητα στον τρόπο ζωής, τη διακόσμηση, τα εκφραστικά μέσα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]