λιτότητα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λιτότητα λιτότητες
γενική λιτότητας λιτοτήτων
αιτιατική λιτότητα λιτότητες
κλητική λιτότητα λιτότητες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λιτότητα < αρχαία ελληνική λιτότης < λιτός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λιτότητα θηλυκό

  1. η ιδιότητα του λιτού, το να αρκείται κανείς σε λίγα
    οι Λακεδαιμόνιοι ήταν γνωστοί για τη λιτότητα της ζωής τους
  2. ο περιορισμός των εξόδων
    προϋπολογισμό λιτότητας καταρτίζει η νέα κυβέρνηση
  3. η ιδιότητα του λιτού, η απλότητα
    το κείμενο χαρακτηρίζει η λιτότητα των εκφραστικών μέσων
  4. (λογοτεχνία) σχήμα λόγου, με το οποίο, αντί να δηλωθεί η έντονη κατάφαση, εκφράζεται η αντίθετή της άρνηση
    Με το σχήμα λιτότητας λέμε «Δεν είναι πολύ γενναίος», αντί να πούμε «είναι δειλός»

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]