περιορισμός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική περιορισμός περιορισμοί
γενική περιορισμού περιορισμών
αιτιατική περιορισμό περιορισμούς
κλητική περιορισμέ περιορισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

περιορισμός < ελληνιστική κοινή περιορισμός < περιορίζω < περί + αρχαία ελληνική ὁρίζω < ὅρος < πρωτοελληνική *wórwos < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *werw- ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική limitation)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pε.ɾi.ɔ.ɾi.ˈzmɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

περιορισμός αρσενικό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]