ελαττώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ελαττώνω < αρχαίο ἐλαττόω-ἐλαττῶ < ἐλάττων

Ρήμα[επεξεργασία]

ελαττώνω

  1. κάνω κάτι μικρότερο ή λιγότερο
    Μπορώ να ελαττώσω το κάπνισμα, αλλά δεν μπορώ να το σταματήσω τελείως.
    Πρέπει να ελαττώσουμε τις δαπάνες μας και να αυξήσουμε τα έσοδα.

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]