ελάσσων

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ελάσσων < αρχαίο ἐλάσσων ή ἐλάττων

Επίθετο[επεξεργασία]

ελάσσων αρσενικό ή θηλυκό, έλασσον ουδέτερο

  1. ο μικρότερος σε αριθμό ή ο λιγότερο σημαντικός
    Ασχολείσαι με ελάσσονα ζητήματα. Δες όμως και τα σημαντικά.
    Μίλησε στη Βουλή ο αρχηγός της ελάσσονος αντιπολίτευσης.
  2. (μουσική) κλίμακα με ημιτόνια μεταξύ δεύτερης και τρίτης καθώς και πέμπτης και έκτης βαθμίδας· η αντίστοιχη συγχορδία. (συνώνυμο: μινόρε)
    Μουσική σύνθεση σε Λα ελάσσονα.

Έτσι ονομάζεται η δεύτερη προκείμενη μιας συλλογιστικής διαδικασίας. Η πρώτη λέγεται "Μείζων".

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]