λιγοστεύω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λιγοστεύω < λίγος + -εύω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

λιγοστεύω

Κοίταξε να λιγοστέψεις τα τσιγάρα που καπνίζεις!
Όσο περνούσε η ώρα, τόσο ο κόσμος λιγόστευε.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]