Μετάβαση στο περιεχόμενο

λιγοστεύω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
λιγοστεύω < λίγος + -εύω

λιγοστεύω

  1. (μεταβατικό) κάνω κάτι λιγότερο, το μειώνω, το ελαττώνω
Κοίταξε να λιγοστέψεις τα τσιγάρα που καπνίζεις!
  1. (αμετάβατο) γίνομαι λιγότερος, μειώνομαι, ελαττώνομαι.
Όσο περνούσε η ώρα, τόσο ο κόσμος λιγόστευε.

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]