εξαναγκασμός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εξαναγκασμός εξαναγκασμοί
γενική εξαναγκασμού εξαναγκασμών
αιτιατική εξαναγκασμό εξαναγκασμούς
κλητική εξαναγκασμέ εξαναγκασμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εξαναγκασμός < εξαναγκάζω < ἐξαναγκάζω < ἐξ + ἀναγκάζω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εξαναγκασμός αρσενικό

  1. η υποχρέωση από άλλους ή από καταστάσεις σε ενέργεια που δεν αποτελεί επιλογή του υποκειμένου
    ο φυσικός εξαναγκασμός υποκαθιστά τον ψυχολογικό εξαναγκασμό οσάκις αυτός στερείται αποτελεσματικότητας (από το βιβλίο "Κυρωτική Λειτουργία του Δικαίου", του Κ. Δεσποτόπουλου)
  2. (ψυχιατρική) η παρορμητική συμπεριφορά, η εξαναγκαστική, η ψυχαναγκαστική επανάληψη λέξεων, κινήσεων χωρίς την λογική επιθυμία ή επιλογή του υποκειμένου

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]